Δευτέρα 9 Μαρτίου 2020

Στον Φ.Π.Τ.

     Θυμάμαι, πως ήμαστε στο σπιτάκι, το οποίο είχαμε κάποτε στο κτήμα. Ήταν μεσημέρι, αλλά ήταν αρκετά πιο νωρίς από την ώρα, που συνήθιζες να πλαγιάζεις για τον μεσημεριάτικο ύπνο σου και έτσι καθόσουν ακόμη στο στρογγυλό τραπεζάκι και έγραφες. Εγώ βρισκόμουν ξαπλωμένη λίγο πιο πέρα, σε ένα ντιβάνι και διάβαζα κάποιο μυθιστόρημα. Ξαφνικά και ενώ το μόνο που διέκοπτε την ησυχία μας ήταν το επίμονο τραγούδι των τζιτζικιών, το οποίο έφτανε στα αυτιά μας από τα ανοιχτά παράθυρα, κατέβασα το βιβλίο μου, σε κοίταξα και σε ρώτησα: 
- Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι σχεδόν ποτέ ευτυχισμένοι; -
Ήμουν μικρό παιδί τότε και το μυαλό μου ήταν μονίμως γεμάτο με τέτοιες χαζές απορίες. Εσύ σήκωσες το κεφάλι από τα χαρτιά σου και με κοίταξες. Καμιά έκπληξη δεν διέκρινα στο χαμογελαστό βλέμμα σου. 
- Γιατί ψάχνουν την ευτυχία σε λάθος πράγματα. - αποκρίθηκες αμέσως και η βεβαιότητα σου μού προκάλεσε βαθιά εντύπωση. 
- Νομίζουν, ότι θα γίνουν ευτυχισμένοι αν έχουν πολλά χρήματα, μεγάλα σπίτια, ακριβά αυτοκίνητα, μια καλή δουλειά, χωρίς όμως να συνειδητοποιούν, πως η αληθινή ευτυχία κρύβεται αλλού. -
- Που δηλαδή; Πού κρύβεται η ευτυχία; - ζήτησα να μάθω με λαχτάρα. Με ενδιέφερε πολύ ετούτο το θέμα τότε.
- Στις μικρές στιγμές, παιδί μου. Σαν αυτήν που έχουμε εμείς οι δυο τώρα. Έτσι όπως καθόμαστε ήσυχα και κουβεντιάζουμε, που πίνουμε τον καφέ μας και που ο καθένας μας μπορεί να κάνει ό,τι τον ευχαριστεί. Εσύ να διαβάζεις και εγώ να γράφω. -
Το πρόσωπο μου πήρε μάλλον κάποια αστεία έκφραση μετά την τελευταία σου απάντηση, καθώς εσύ φάνηκες προς στιγμήν να διασκεδάζεις μαζί μου. Μου χαμογέλασες ήρεμα και δεν συνέχισες την συζήτηση μας. Επέστρεψες με αφοσίωση στο γράψιμο σου και εγώ πάλι πίσω στο βιβλίο μου. Ωστόσο, σε αντίθεση με εσένα, το δικό μου μυαλό δεν συγκεντρώθηκε ξανά στο διάβασμα μου. Σκεφτόμουν εκείνο, το οποίο μόλις μού είχες πει. Αισθανόμουν πολύ απογοητευμένη απρόοπτα.
"Δεν μπορεί να είναι μονάχα αυτό το λίγο η ευτυχία" είπα σιωπηλά στον εαυτό μου.
Ήμουν, βλέπεις, μικρό παιδί ακόμη και πίστευα, πως τα μεγάλα και τα βαρύγδουπα μπορούσαν μόνο να έχουν κάποια αξία.


Αφιερωμένο στο Φ.Π.Τ που σήμερα θα έκλεινε το ογδοηκοστό πρώτο έτος της ηλικίας του.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Ο Νόμιμος Κηδεμόνας". Κεφάλαιο Δ΄, Η Πρώτη Γνωριμία.

- Εδώ, λοιπόν, συνηθίζετε να συχνάζετε. -
Οι στοχασμοί μου διακοπήκαν απότομα από την φωνή πίσω μου και σαν γύρισα κατά το μέρος εκείνου που εισέβαλε απρόοπτα στην ησυχία μου, ήμουν κιόλας βέβαιη για το ποιόν θα αντίκριζα.
Ο κύριος Μπέρνς έστεκε μερικά μέτρα παραπέρα και κρατούσε στα δάχτυλά του ένα αναμμένο πούρο, η αρωματική μυρωδιά του οποίου διασπαθίστηκε ολόγυρα στον αέρα και έφτασε έως την μύτη μου. Αναμφίβολα, δεν είχε έρθει πολλή ώρα, αφού η οσμή από τον καπνό θα τον είχε οπωσδήποτε προδώσει, ενώ για να βολτάρει ξένοιαστος στον κήπο, οι καλεσμένοι του πρέπει να είχαν ήδη αποχωρήσει.
- Καλησπέρα, κύριε.- τον χαιρέτησα ευγενικά.
- Καλησπέρα και σε εσάς, δεσποινίς Ντε Ρσέ. - ανταπέδωσε με όμοια αβρότητα.
- Ελπίζω να μην τάραξα την γαλήνη σας. -
- Όχι, κύριε. Εξάλλου ετοιμαζόμουν να γυρίσω πίσω. -
Πήρα στα χέρια μου τον φάκελο με τα σχέδια και επιχείρησα να απομακρυνθώ.
- Μείνετε! - με σταμάτησε με εκείνη την φυσική ικανότητα προσταγής, που διέθετε.
- Είχα μία πολύ πληκτική ημέρα και θα μου έκανε καλό, εάν ανταλλάζαμε μερικά ανάλαφρα λόγια. Τί λέτε, θα μπορέσετε να ανεχτείτε κάπως την παρουσία μου και να εκπληρώσετε μία ειλικρινή επιθυμία ή είστε ακόμη υπό την επήρεια της φοβίας σας, μήπως για κάποιον λόγο θυμώσω μαζί σας; -
Ήθελα να φύγω, αλλά θα ήταν αγενές από μέρους μου να τον εγκαταλείψω χωρίς αφορμή και έτσι άφησα πάλι πίσω στον πάγκο το ντοσιέ μου και τον κοίταξα.
- Βλέπετε, αυτού του τύπου οι συνεστιάσεις με ταλαιπωρούν και με κουράζουν αφάνταστα. Ποτέ δεν τις ενέκρινα. - σχολίασε, ενώ πλησίασε αργά κοντά μου. Έμοιαζε ασυνήθιστα φιλικός.
- Τότε γιατί συμμετέχετε σε αυτές; - απόρησα αυθόρμητα.
- Εάν σας βοηθούσε λίγο η εμπειρία σας, θα κατανοούσατε, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μερικά πράγματα είναι αναπόφευκτα, δεσποινίς Ντε Ρσέ. -
Παρέβλεψα με επιτυχία την μειωτική διατύπωση για την πείρα μου και εξέθεσα την ταπεινή μου άποψη.
- Αναπόφευκτα είναι, μόνο όσα εμείς επιτρέπουμε να είναι. -
Δεν γνωρίζω τι κωμικό βρήκε σε αυτή μου την θέση, πάντως γέλασε κοφτά.
- Δεν θα ήθελα να σας αλλάξω γνώμη και να σας απογοητεύσω για δύο κύριους λόγους. Ο πρώτος είναι, ότι αυτές τις διαπιστώσεις είναι καλύτερα να τις κάνει κανείς μόνος του, όταν έρχεται η κατάλληλη ώρα και ο δεύτερος είναι, πως βρίσκω φυσιολογικό και ωραίο να εκλαμβάνετε τα πράγματα με τον αυθορμητισμό τής ηλικίας σας, αν και ομολογουμένως εσείς δεν διαθέτετε πολύ από αυτόν. Μην με κοιτάζετε με αυτό το αμφίβολο βλέμμα, γιατί το μόνο που θα σας πω είναι -και πιστέψτε με αποτελεί την σκληρή πραγματικότητα- πως θα βρεθείτε πολλές φορές στην ζωή σας αντιμέτωπη με τέτοιες συμβάσεις και ενώ θα αντιλαμβάνεστε, ότι είναι μία τερατώδης ανοησία, θα συλλαμβάνετε τον εαυτό σας να υποδύεται με τον καλύτερο τρόπο τον ρόλο, που θα σας έχουν επιβάλει οι άλλοι. -
- Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι απορρίπτουν τους κατά συνθήκη συμβιβασμούς. - επέμεινα.
- Δεν έτυχε να συναντήσω κανένα μέχρι σήμερα, που να ανήκει σε αυτήν την ιδεώδη ομάδα, στην οποία αναφέρεστε. Μήπως, έχετε εσείς να μού συστήσετε κάποιον; -
Ήταν εμφανές, ότι θεώρησε την γνώμη μου φαιδρή, καθώς μού έριξε μία λοξή, περιπαικτική ματιά και έπειτα, λες και δεν τον ενδιέφερε να με πείσει περισσότερο, άλλαξε θέμα και μαλάκωσε κι άλλο τους τόνους του.
- Ήσαστε πολύ σιωπηλή την στιγμή, που ήρθα. Τί παρατηρούσατε με τόση αφοσίωση; -
- Έβλεπα τους γεωργούς, που έφευγαν από τα χωράφια. - αποκρίθηκα σιγά.
- Αυτό σας κατέθλιψε τόσο; -
- Δεν έχω τίποτα. Είμαι μία χαρά. -
- Μα πώς; Τα μάτια σας ήταν κατακόκκινα και σχεδόν έτοιμα να δακρύσουν, αν δεν το είχαν κάνει ήδη. Πείτε μου γιατί. -
Το βλέμμα του στυλώθηκε επίμονα στο δικό μου και απαίτησε από εμένα μία απάντηση. Ένοιωσα τρομερά άβολα και αναγκάστηκα να του ομολογήσω τον λόγο.
- Άκουσα ένα τραγούδι, που έλεγαν νωρίτερα οι γυναίκες από το Κάρτερστον και με κατέβαλε λιγάκι. Αυτό είναι όλο. -
- Και τί τραγούδι ήταν αυτό, που μπόρεσε να σας επηρεάσει τόσο; -
Πήρε μία έντονη έκφραση απορίας, καθώς ανέμεινε την εξήγησή μου.
- Μιλούσε για μία αδικοχαμένη αγάπη ανάμεσα σε μία φτωχή νέα και έναν άρχοντα της περιοχής. Ερωτεύτηκαν, αλλά οι δικοί του τούς χώρισαν και τους καταδίκασαν στην αιώνια δυστυχία. -
Μόρφασε απροσδιόριστα, σαν να μην κατανοούσε πλήρως την αιτία της στενοχώριας μου.
- Υπάρχουν πολλά τέτοια τραγούδια, που υμνούν χαμένους ή τραγικούς έρωτες. Συγκινείστε κάθε φορά, όταν ακούτε ένα από αυτά; -
- Όχι, κύριε. Δεν είμαι ευσυγκίνητη, αν αυτό εννοείτε. -
- Τότε, τί σας πείραξε τόσο πολύ με ετούτο εδώ; -
- Ειλικρινά δεν ξέρω. -
- Πολύ συχνά τα κορίτσια της ηλικίας σας δυσθυμούν με τέτοιου είδους τραγούδια, διότι κρύβουν στην καρδιά τους παρόμοια συναισθήματα για κάποιον όμορφο νεαρό, που δεν είναι κοντά τους ή δεν ανταποκρίνεται στον έρωτά τους. Μήπως συμβαίνει και με εσάς το ίδιο; -
Το ερώτημα του μού φάνηκε προσβλητικό και ομολογουμένως με ενόχλησε.
- Δεν γνωρίζω, τι κάνουν τα άλλα κορίτσια της ηλικίας μου. - είπα με φανερή δυσαρέσκεια.
- Θεωρήσατε, πως το ερώτημα μου περιείχε κάποια υπόνοια μομφής εναντίον σας και προσβληθήκατε, δεσποινίς Ντε Ρσέ. Με παρεξηγήσατε -και ασφαλώς δεν είναι η πρώτη φορά- ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, θα ήταν κακό, αν ήσαστε ερωτευμένη; -
Δεν κατάλαβα, πως το κατάφερε, πάντως με έκανε να αισθανθώ ενοχές για την φιλύποπτη στάση μου.
- Με συγχωρείτε, αν αποκρίθηκα κάπως απότομα. -
- Η συγγνώμη σας γίνεται αποδεκτή και τώρα, αν το εγκρίνει η ευαίσθητη υπερηφάνεια σας, απαντήστε μου σε αυτό που σας ρώτησα. -
- Σε ποιο, κύριε; -
- Είναι κακό να είστε ερωτευμένη; - επανέλαβε επίμονα.
- Δεν βρίσκω τίποτα κακό στο να είναι κανείς ερωτευμένος. - αποκρίθηκα, μα απέφυγα να αναφερθώ στον εαυτό μου, ο οποίος εξάλλου δεν είχε καμιά σχετική εμπειρία.
- Όμως, βρίσκετε κακό το να είστε ερωτευμένη εσείς; -
- Δεν είπα κάτι τέτοιο, κύριε. -
- Παρ’ όλα αυτά, απαντάτε με γενικότητες στην ερώτηση μου. Για ποιο λόγο το κάνετε αυτό; -
Σιώπησα και εκείνος δεν προσπάθησε να κρύψει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο, που σχηματίστηκε στα χείλη του.
- Από την άλλη, οι στίχοι που μιλούν για αγάπες ανάμεσα σε ανθρώπους ανόμοιου κοινωνικού επιπέδου και αταίριαστης καταγωγής, η ιδέα του έρωτα, που επιχειρεί να αντισταθεί στους κανόνες και τα κατεστημένα, που παραβιάζει τους επιβεβλημένους νόμους, είναι δυνατόν να προκαλέσει παράξενες ευαισθησίες σε ένα νεανικό μυαλό. Ίσως να ήταν αυτό, που σας μελαγχόλησε. -
- Όχι, κύριε. -
Η άμεση απάντηση μου τού προξένησε έκπληξη, τουλάχιστον φαινομενική.
- Για να απαντάτε τόσο εύκολα και έτσι κατηγορηματικά, πάει να πει, πως δεν πιστεύετε ούτε στο ελάχιστο σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. -
- Δεν έχει τόσο σημασία τι πιστεύω εγώ, αλλά τι είναι αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα. - είπα με σιγουριά.
- Και τί είναι αυτό, που συμβαίνει στην πραγματικότητα; - ρώτησε με ενδιαφέρον.
- Ο άρχοντας του τραγουδιού, δεν θα μπορούσε ποτέ να αγαπήσει εκείνη την κοπέλα, έστω κι αν η ομορφιά της ήταν, κατά κοινή ομολογία, κάτι σπάνιο στον κόσμο. Ένας ευγενής, δεν θα μπορούσε ποτέ να ενδιαφερθεί, να νοιώσει βαθιά, ειλικρινά συναισθήματα για ένα φτωχό κορίτσι, γιατί εκείνο πολύ απλά, θα ήταν ανύπαρκτο για το υπερήφανο βλέμμα του. Οι φτωχοί, κύριε, είναι αόρατοι για τους πλούσιους. -
Με κοίταξε αμίλητος για μερικές στιγμές.
- Είστε πολύ αυστηρή. - παρατήρησε ύστερα.
- Όχι εγώ. Οι άνθρωποι και οι κοινωνίες τους. - αντείπα με θάρρος.
- Νομίζετε, λοιπόν, πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς; - ζήτησε να μάθει. Η όψη του, εντελώς ανέκφραστη, δεν μαρτυρούσε τίποτα για τις σκέψεις του.
- Αν έλειπε ο εγωισμός, η απληστία και η ματαιοδοξία, τότε ίσως. - αποκρίθηκα σεμνά.
- Και ποιος θαρρείτε, ότι είναι ο φορέας όλων ετούτων των ελαττωμάτων, που μόλις αναφέρατε; -
Το ερώτημα του με έκανε να διστάσω, όχι όμως γιατί δεν διέθετα την απάντηση, αλλά γιατί αμφέβαλλα, εάν έπρεπε να την εκφράσω μπροστά του.
- Ελάτε. Πείτε μου. Μην κρατάτε την γνώμη σας για τον εαυτό σας. - με προέτρεψε, αφού διέκρινε την επιφύλαξή μου.
- Όλοι εκείνοι που κατέχουν ευπορία και προνόμια, κύριε. - είπα τελικά, μα εκείνος ευθύς γέλασε.
- Αναμφίβολα, αυτή η κρίση σας δεν προέρχεται από την διαδικασία μιας συνεκτικής σκέψης. Είναι ξεκάθαρο, πως πρόκειται για το βιαστικό συμπέρασμα μιας επιφανειακής μελέτης των δεδομένων. - αντέλεξε με προσβλητική βεβαιότητα, ενώ ανέκτησε και πάλι το σοβαρό ύφος του.
- Το αίτιο της ανισότητας αυτού του κόσμου, δεσποινίς Ντε Ρσέ, δεν πηγάζει από την στάση των πλουσίων, μα από την στάση των φτωχών. Αυτοί, οι τελευταίοι, είναι που αποδέχονται αδιαμαρτύρητα την μοίρα τους, που εγκρίνουν παθητικά την ένδεια τους και που αναγνωρίζουν την ανωτερότητα των πρώτων. Ποια θα ήταν η δύναμη των ευκατάστατων και των ευγενών, αν οι φτωχοί δεν έσκυβαν εμπρός τους το κεφάλι με τόση δουλικότητα, εάν αποφάσιζαν ξαφνικά να εγκαταλείψουν τον μανιώδη φόβο και την παράλογη μοιρολατρία τους, αν επιχειρούσαν να διεκδικήσουν για τους εαυτούς τους ένα μερίδιο αξιοπρέπειας και ισότητας; Δεν είναι ο άρχοντας, που δεν θα έστρεφε ποτέ το βλέμμα του επάνω στο άτυχο κορίτσι του τραγουδιού, αλλά εκείνη η ίδια, που θα αρνιόταν πεισματικά να σηκώσει το δικό της για να το ανταμώσει, εξαιτίας ενός αδικαιολόγητου αισθήματος κατωτερότητας. -
Τα λόγια του δεν με αιφνιδίασαν· ήταν φανερό, πως αποτελούσαν την ολοκληρωτική αποποίηση των ευθυνών για λογαριασμό της ανώτερης τάξης του και την κάθετη υπεράσπιση της, ωστόσο, δεν επιθυμούσα να διαφωνήσω μαζί του και γι’ αυτό διάλεξα την σιωπή για ακόμη μια φορά. Εκείνος με κοίταξε επίμονα και εξεταστικά. Η έκφρασή του ήταν απολύτως σοβαρή, μα θα ορκιζόμουν, ότι το βλέμμα του χαμογελούσε ανεξήγητα εμπρός στη βωβή μου στάση.
- Δεν κάνετε καλά να δακρύζετε και να μελαγχολείτε την ώρα του σούρουπου, σε μια απόμερη γωνιά ενός παραμελημένου δεντρόκηπου, επειδή ένα λυπηρό, ερωτικό άσμα που ακούσατε, από τις ακαλλιέργητες, μάλιστα, φωνές ενός ορμαθού γυναικών, σας θύμισε όλες τις αδικίες του κόσμου. Την επομένη ασχοληθείτε με πιο διασκεδαστικά θέματα και αφήστε στους πιο αρμόδιους την υποχρέωση να καταπιαστούν με αυτά τα δυσάρεστα ζητήματα.- με συμβούλευσε εντέλει με έναν αδιάφορο και υπεροπτικό αέρα, ενώ τράβηξε επιτέλους την έντονη ματιά του από πάνω μου και προχώρησε αργά προς τον μαντρότοιχο. Έπειτα άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί ήρεμα πάνω από τα επίπεδα σιτοχώραφα. Μπορούσα να τον βλέπω καλά από εκεί, όπου βρισκόμουν. Αν και το πρόσωπό του ήταν τελείως κενό από εκφάνσεις, το μυαλό του φαινόταν να ταξιδεύει σε δαιδαλώδεις στοχασμούς, που μόνο ο ίδιος ήταν δυνατόν να γνωρίζει.

"Ο Νόμιμος Κηδεμόνας", Κεφάλαιο Δ΄, Η Πρώτη Γνωριμία. Ειρήνη Φ. Φώτη, 2019.


Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

From the novel "Claudine De Rse (The Legal Guardian)".



     Patience has always some limits, for some people narrow and rigid and for others wide and flexible, but with spectacular accuracy the time comes, when it reaches the ultimate resistance point and anything is possible to put it out of control. Then, occurs, as a deus ex machina, fate, luck, life or whatever else can one call that unexpected event, which intervenes in order to balance things, to prevent in the right moment the derailment and to restore harmony in circumstances. 
     I opened my eyes slowly but willingly after a good night’s sleep. The sunlight that sneaked from the windows dull and melancholic, betrayed the beginning of a still blurry, summer day, while the wet June was spreading for a week the almost cloudless days and nights over the land of the old Albion. 
    Everywhere around me a dreamy quiet was being spread and thus I stayed a little longer in my bed to enjoy the indolent morning. I held my breath to listen to the compositions of the singing birds which was reaching my ears from the outside of the room’s windows. I felt peace and beauty, feelings that were replaced by an irresistible, sudden desire to stand up and run to the garden close to all these that with great artistry nature had made. 
     I started getting dressed hurriedly as if I did not want to lose a single minute from my walk and rushed into the corridor, as I did not even do as a child. There was not obvious or particular reason of that euphoria. It was just one of those rare days during which all people feel suddenly optimistic and hopeful without any cause. All around seemed to have transformed from simple and ordinary into magical and exciting events. It was that feeling that something good or at least different would happen which painted my mood with lively, colorful touches.

From the novel "Claudine De Rse (The Legal Guardian)". Chapter C, The Encounter. Irene F. Fotis, 2019.


Από το μυθιστόρημα "Ο Νόμιμος Κηδεμόνας". Κεφάλαιο Γ΄, Η Συνάντηση.



      Η υπομονή έχει πάντα κάποια όρια, για μερικούς στενά και άκαμπτα, για άλλους πλατιά και ελαστικά, όμως με θεαματική ακρίβεια έρχεται η ώρα, που φτάνει στο υπέρτατο σημείο αντοχής και το παραμικρό είναι δυνατό να την θέσει εκτός ελέγχου. Τότε επέρχεται, σαν από μηχανής Θεός, η μοίρα, η τύχη, η ζωή ή όπως αλλιώς μπορεί να αποκαλέσει κανείς εκείνο το απρόσμενο γεγονός, το οποίο επεμβαίνει για να εξισορροπήσει τα πράγματα, για να αποτρέψει στη σωστή στιγμή τον εκτροχιασμό και για να επαναφέρει την αρμονία στις καταστάσεις.
      Άνοιξα τα μάτια μου αργά αλλά πρόθυμα, ύστερα από έναν ξεκούραστο βραδινό ύπνο. Το φως του Ήλιου, που τρύπωνε από τα παράθυρα μουντό και μελαγχολικό, πρόδιδε το ξεκίνημα μιας ακόμη θολής, καλοκαιρινής ημέρας, ενώ ο υγρός Ιούνιος έστρωνε, εδώ και μια εβδομάδα, τα σχεδόν αίθρια ημερόνυχτα του πάνω από την χώρα της Γηραιάς Αλβιόνας.
      Παντού γύρω μου απλωνόταν ονειρική ησυχία και γι’ αυτό παρέμεινα λίγο ακόμα στο κρεβάτι μου, ώστε να απολαύσω το νωχελικό πρωινό που είχε ξημερώσει. Κράτησα την αναπνοή μου για να αφουγκραστώ τις συμφωνίες από το κελάιδισμα των πουλιών, που έφταναν στ’ αυτιά μου από το εξωτερικό των ανοιγμάτων του δωματίου μου. Ένοιωσα γαλήνη και ομορφιά, συναισθήματα τα οποία διαδέχτηκε μία ακαταμάχητη, ξαφνική επιθυμία να σηκωθώ και να τρέξω στο κήπο κοντά σε όλα εκείνα, που με μεγάλο μεράκι είχε πλάσει η φύση.
      Άρχισα να ντύνομαι βιαστικά, σαν να μην ήθελα να χάσω ούτε ένα λεπτό από τον περίπατό μου και όρμηξα στον διάδρομο, όπως δεν έκανα ούτε όταν ήμουν παιδί. Δεν υπήρχε κανένας εμφανής ή ιδιαίτερος λόγος, που μου προκαλούσε αυτήν την ευφορία. Ήταν μονάχα μία από εκείνες τις σπάνιες ημέρες, κατά τις οποίες όλοι οι άνθρωποι αισθάνονται αίφνης αισιόδοξοι και ευέλπιδες δίχως καμία αιτία. Tα πάντα τριγύρω έμοιαζαν να μεταμορφώνονται από απλά και συνηθισμένα, σε μαγικά και συναρπαστικά δρώμενα. Ήταν εκείνο το προαίσθημα, πως κάτι καλό (ή τουλάχιστον διαφορετικό) επρόκειτο να συμβεί, που χρωμάτιζε την διάθεση μου με τόσο αλέγρες, πολύχρωμες πινελιές.

απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Ο Νόμιμος Κηδεμόνας". Κεφάλαιο Γ΄, Η Συνάντηση. Ειρήνη Φ. Φώτη, 2019.



Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Σκέψεις για ένα Φάντασμα.

       Πόσες φορές άραγε έχουμε σκεφτεί την ζωή που αφήσαμε πίσω μας; Τι θα γινόταν,  εάν κάναμε μια άλλη επιλογή, εάν είχαμε πάρει μια διαφορετική απόφαση και πάει λέγοντας; Το παράξενο κάθε φορά είναι, πως όταν αναλογιζόμαστε εκείνες τις χαμένες πια "ευκαιρίες" μας, σχεδόν πάντοτε έχουμε την αίσθηση,  ότι εάν είχαμε διαλέξει έναν άλλο δρόμο, από αυτόν που τελικά ακολουθήσαμε, όλα -στην παρούσα στιγμή της ζωής μας κατά την οποία βιώνουμε την αμφισβήτηση μας- θα ήταν καλύτερα, πιο επιτυχημένα και πιο ενδιαφέροντα για εμάς. Στ` αλήθεια, είναι θαυμαστά περίεργη αυτή η διαδικασία στην οποία συχνά-πυκνά μπαίνει ο ανθρώπινος νους, ενώ ακόμη πιο αξιοπρόσεκτη είναι η τάση του να αποδέχεται σαν λανθασμένη κάθε απόφαση που πήραμε μέχρι σήμερα και να θεωρεί -σχεδόν βεβαιωμένα- ως επιτυχημένη, την άλλη που δεν πήραμε ποτέ.
   Τί είναι λοιπόν αυτό που ταλανίζει τον άνθρωπο; Πού στηρίζεται ετούτη η εμμονή του να αμφιβάλλει για την ποιότητα των όσων έχει και να ονειρεύεται όσα δεν έχει; Είναι άραγε μια "μηχανή" που δουλεύει στο παρασκήνιο τού εγκεφάλου του,  απλό κληροδότημα της φύσης του ή μήπως είναι η ευρύτητα τού πνεύματος του,  που εγκλωβισμένη σε πραγματικότητες μη συμβατές με την ανθρώπινη υπόσταση, ουρλιάζει σιωπηλά για την ελευθερία της, δημιουργώντας μέσα από την "φυλακή" της το αίσθημα του ανικανοποίητου; Τάχα θα συνέβαινε το ίδιο,  εάν ο άνθρωπος επέλεγε να αλλάξει τον τρόπο ζωής του,  εάν διάλεγε να εναρμονιστεί περισσότερο με την φύση γύρω του; Εάν πετούσε στα σκουπίδια τα ξυπνητήρια και τα ρολόγια και απέκοπτε την αντιπαθητική συνήθειά του να συνδέεται με οτιδήποτε γυαλιστερό και να μαζεύει, σαν άλλος ρακοσυλλέκτης, οτιδήποτε υλικό; Ποιος ξέρει! Το μόνο βέβαιο, κατά την γνώμη μου, είναι, πως όποια απόφαση ή επιλογή κι αν είχαμε κάνει για την ζωή μας, θα εξακολουθούσαμε να κυνηγούμε το Φάντασμα της άλλης, που δεν κάναμε ποτέ. Ο Αλέκος Λιδωρίκης στο θεατρικό  έργο του, "Η μεγάλη στιγμή", πραγματεύεται ακριβώς ετούτο το ανικανοποίητο, αποδεικνύοντας σε όλους εμάς την ματαιότητα την οποία καθημερινά προσκυνούμε.

Σκέψεις για ένα Φάντασμα, Ειρήνη Φ. Φώτη 8 Δεκεμβρίου 2019.





Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Εικόνες μιας στιγμής (6/12/2019)

"Άνοιξα τα βλέφαρα μου αργά, λόγω κάποιας απροσδιόριστης αιτίας. Το δωμάτιο γύρω μου ήταν βυθισμένο στην απέραντη γαλήνη, ενώ το φως της ροδοδάκτυλης αυγής τρύπωνε από το παράθυρο μου, γλυκό και γαλήνιο. Έκλεισα τα μάτια μου και ετοιμάστηκα να αποκοιμηθώ ξανά, με ένα αίσθημα απέραντης ζεστασιάς και ασφάλειας να φωλιάζει στην καρδιά μου, όταν οι κωδωνισμοί μιας καμπάνας άρχισαν να διασκορπίζονται εύθυμοι και χαρμόσυνοι επάνω από τις λαγκάδες και τις ρεματιές φτάνοντας μέχρι το δωμάτιο μου, σαν την πιο θεσπέσια μελωδία. Η ψυχή μου ευφράνθηκε και χαμογέλασε. Οι ουρανοί τραγουδούσαν. Ξημέρωνε τοu Αγίου Νικολάου...".


Εικόνες μιας στιγμής. Ειρήνη Φ. Φώτη, 2019.









Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Εικόνες μιας στιγμής.

     Πάρκαρα το αυτοκίνητο μια αναπνοή μακρύτερα από την καγκελωτή θύρα του νεκροταφείου. Εκείνο το σημείο ήταν ένα από τα λιγοστά πάρκινγκ που υπήρχαν στο χωριό. "Πάρκινγκ"! Δυο αυτοκίνητα χωρούσαν όλο κι όλο! Φυσικά το χωριό δεν έπασχε από πολυκοσμία, αλλά οι στενοί του δρόμοι δεν επέτρεπαν να αφήσεις το αμάξι σου οπουδήποτε.
     Όταν έσβησα την μηχανή και τα φώτα και βγήκα έξω, υποδέχτηκα με μια αλλόκοτη ευχαρίστηση την ησυχία και το σκοτάδι. Δεν ήταν αργά, αλλά είχε χειμωνιάσει και οι νύχτες βρίσκονταν πλέον στο ζενίθ τους. Ποτέ δεν θυμόμουν να υπήρχε λάμπα δημοτικού φωτισμού εκεί. Η τελευταία στεκόταν πενήντα μέτρα παρακάτω και το φως της δεν αρκούσε για να με φτάσει. Θα την συναντούσα, λίγες στιγμές αργότερα, αφού θα άρχιζα να κατηφορίζω τον έρημο δρόμο. Εξάλλου, το χωριό τελείωνε εκεί όπου βρισκόμουν και έτσι τίποτα χρήσιμο δεν υπήρχε να κάνει μια λάμπα σε ετούτο το μέρος, εκτός ίσως από το να φωτίζει το πέρασμα των τσακαλιών, τα ουρλιαχτά των οποίων ηχούσαν ήδη στην αποκατινή λαγκάδα.
    Χαμογέλασα αχνά στον εαυτό μου και έκανα να φύγω, ωστόσο μια γλυκιά, πορτοκαλί ανταύγεια τράβηξε ξαφνικά το βλέμμα μου. Γύρισα το κεφάλι μου ασυναίσθητα. Ερχόταν από την μεριά του κοιμητηρίου. Δίχως να το πολυσκεφτώ, πλησίασα την μισάνοιχτη καγκελόπορτα, στάθηκα στο κατώφλι της και κοίταξα μέσα. Ήταν τα καντηλάκια των νεκρών. Διάσπαρτα στον χώρο, τρεμόπαιζαν ελαφρά και αντιφέγγιζαν το ιερό φως τους στο λευκό των μαρμάρων και στην δενδρώδη οροφή, φωτίζοντας παρηγορητικά κάθε σκοτεινή γωνιά. Τί εντύπωση μεμιάς! Θαρρείς, πως οι νεκροί είχανε στήσει γειτονιά με τους Αγγέλους! Θαρρείς, πως κάποιο παραπόρτι Παραδείσου είχε ανοίξει και η ευλογία του ξεχυνόταν γενναιόδωρα στους διαδρόμους και πλημμύριζε με επουράνια ευωδία τον αέρα! Μια τρελή ιδέα μού ήρθε τότε. Να πάω και να ανάψω όσα καντηλάκια ήτανε σβηστά. Για να 'χουν όλοι φως, να βλέπουν όλοι. Μια ανάσα ακόμη και θα έσπρωχνα την πόρτα να περάσω, μα αίφνης ένοιωσα μια παρουσία πίσω από την πλάτη μου. Λες και κάποιος έστεκε μερικά βήματα πιο πέρα και με παραμόνευε μέσα στο σκοτάδι. Έστρεψα αργά το κεφάλι μου προς το μέρος της και την είδα. Μια γάτα με παρακολουθούσε ακίνητη και με μεγάλη απορία. Μισή κρυμμένη στις βραδινές σκιές του δρόμου και μισή φανερωμένη από την ανταύγεια των καντηλιών. Μειδίασα αυθόρμητα με την τρομάρα μου.
- Τί είναι, γατούλα; Τί απορείς; - την ρώτησα, αλλά εκείνη εκεί, στην ίδια θέση. Καμιά απόκριση. Με τα μεγάλα της μάτια να με παρακολουθούν ασάλευτα.
- Δεν συνηθίζουν οι άνθρωποι να στέκονται στις πόρτες των νεκροταφείων αυτές τις ώρες. Έτσι δεν είναι; Φοβούνται τους νεκρούς. -
Κούνησα ελαφρά το κεφάλι μου και απομακρύνθηκα σιγά από το κατώφλι της καγκελόπορτας για να μην την φοβίσω. 
- Έλα, μπες εσύ, όπου δεν τόλμησα να μπω εγώ. Πήγαινε τώρα να συνεχίσεις την νυχτερινή σου βόλτα. Εκεί μέσα δεν κινδυνεύεις. Έξω από αυτή την μάντρα βρίσκονται και κυκλοφορούν ελεύθερα τα πιο μεγάλα θηρία. - της είπα, ενώ την άφησα οριστικά πίσω μου, αρχίζοντας να κατηφορίζω τον δρόμο προς το χωριό.
"Δεν συνηθίζουν οι άνθρωποι να στέκονται στις πόρτες των νεκροταφείων αυτές τις ώρες. Φοβούνται τους νεκρούς.", συλλογίστηκα, όπως σήκωσα το κεφάλι μου και έριξα μια γρήγορη ματιά στα κλειδαμπαρωμένα σπίτια του χωριού.
- Και όμως εδώ έξω βρίσκονται και κυκλοφορούν ελεύθερα τα πιο μεγάλα θηρία. - μουρμούρισα και ταπείνωσα το βλέμμα μου ακολουθώντας τον αρχικό μου προορισμό. Είχα να κάνω εκείνη την επίσκεψη.


Fall in love with great ideas.

        As this summer draws to a close, I would like to share some of my thoughts with you. Being a citizen of this world myself, it is imp...